ペラペラ
επίρρημα, επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία άπταιστα (μιλώντας μια ξένη γλώσσα)
- 02 ονοματοποιία ακατάπαυστα (μιλώντας), ευφραδώς, φλύαρα, πολυλογά
- 03 ονοματοποιία το ένα μετά το άλλο (ξεφυλλίζοντας σελίδες)
- 04 ονοματοποιία λεπτός (χαρτί, ύφασμα κ.λπ.), εύθραυστος, αδύναμος