ペリペリ

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία σχίσιμο (κατά μήκος διάτρητης ακμής), ξεφλούδισμα (πλαστικής μεμβράνης, αυτοκόλλητου κ.λπ.)