ペンペン
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία παιδικό με ένα χαστούκι, με ένα χτύπημα στα οπίσθια
- 02 ονοματοποιία με έναν ήχο σαν ξερό κρότο (του ήχου του σαμισέν)
- 03 ονοματοποιία παιδικό σαμισέν
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ペンペンする
- Παρόν (ευγενικό)
- ペンペンします
- Άρνηση (απλή)
- ペンペンしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ペンペンしません
- Παρελθόν (απλό)
- ペンペンした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ペンペンしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ペンペンしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ペンペンしませんでした
- Τε-μορφή
- ペンペンして
- Δυνητική
- ペンペンできる
- Προστακτική
- ペンペンしろ
- Βουλητική
- ペンペンしよう
- Υποθετική (ば)
- ペンペンすれば
- Υποθετική (たら)
- ペンペンしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ペンペンしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ペンペンするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ペンペンしなさい
- Παθητική
- ペンペンされる
- Αιτιατική
- ペンペンさせる