ペースはいぶん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατανομή ρυθμού (π.χ. στον αθλητισμό κ.λπ.), ρυθμισμός της έντασης της προσπάθειας

Κλίση

Παρόν (απλό)
ペース配分する
Παρόν (ευγενικό)
ペース配分します
Άρνηση (απλή)
ペース配分しない
Άρνηση (ευγενική)
ペース配分しません
Παρελθόν (απλό)
ペース配分した
Παρελθόν (ευγενικό)
ペース配分しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ペース配分しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ペース配分しませんでした
Τε-μορφή
ペース配分して
Δυνητική
ペース配分できる
Προστακτική
ペース配分しろ
Βουλητική
ペース配分しよう
Υποθετική (ば)
ペース配分すれば