ホールドアップ
ουσιαστικό, ρήμα, επιφώνημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ληστεία, ένοπλη ληστεία
- 02 ύψωση των χεριών
- 03 ψηλά τα χέρια!
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ホールドアップする
- Παρόν (ευγενικό)
- ホールドアップします
- Άρνηση (απλή)
- ホールドアップしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ホールドアップしません
- Παρελθόν (απλό)
- ホールドアップした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ホールドアップしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ホールドアップしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ホールドアップしませんでした
- Τε-μορφή
- ホールドアップして
- Δυνητική
- ホールドアップできる
- Προστακτική
- ホールドアップしろ
- Βουλητική
- ホールドアップしよう
- Υποθετική (ば)
- ホールドアップすれば
- Υποθετική (たら)
- ホールドアップしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ホールドアップしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ホールドアップするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ホールドアップしなさい
- Παθητική
- ホールドアップされる
- Αιτιατική
- ホールドアップさせる