Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
ボキボキ
ボキボキ
ボ
ボキボキ
επίρρημα
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ονοματοποιία
ήχος σπασίματος (π.χ. όταν κάποιος σπάει τις αρθρώσεις των δακτύλων του), ήχος τριξίματος