ボコる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό σαπίζω στο ξύλο, δέρνω ανελέητα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ボコる
- Παρόν (ευγενικό)
- ボコります
- Άρνηση (απλή)
- ボコらない
- Άρνηση (ευγενική)
- ボコりません
- Παρελθόν (απλό)
- ボコった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ボコりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ボコらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ボコりませんでした
- Τε-μορφή
- ボコって
- Δυνητική
- ボコれる
- Προστακτική
- ボコれ
- Βουλητική
- ボコろう
- Υποθετική (ば)
- ボコれば
- Υποθετική (たら)
- ボコったら
- Επιθυμητική (~たい)
- ボコりたい
- Απαγορευτική (~な)
- ボコるな
- Προστακτική (ευγενική)
- ボコりなさい
- Παθητική
- ボコられる
- Αιτιατική
- ボコらせる