ボコボコ

επίρρημα, επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με έναν ήχο που αναβλύζει
  2. 02 ονοματοποιία κούφιος (ως ήχος)
  3. 03 γεμάτος τρύπες, γεμάτος λακκούβες ή βαθουλώματα, ογκώδης, ανώμαλος
  4. 04 καθομιλουμένη άγριος ξυλοδαρμός, χτυπώντας και κλοτσώντας επανειλημμένα
  5. 05 ονοματοποιία εδώ κι εκεί
  6. 06 ονοματοποιία (ο ήχος του) αργού βαδίσματος