ボサボサ
ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ακατάστατος, αναμαλλιασμένος (μαλλιά, τρίχες βούρτσας κ.λπ.), απεριποίητος, αχτένιστος
- 02 ονοματοποιία σπαταλώ τον χρόνο μου, χασομερώ, βραδυπορώ
ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict