ボタンを掛ける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κουμπώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ボタンを掛ける
- Παρόν (ευγενικό)
- ボタンを掛けます
- Άρνηση (απλή)
- ボタンを掛けない
- Άρνηση (ευγενική)
- ボタンを掛けません
- Παρελθόν (απλό)
- ボタンを掛けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ボタンを掛けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ボタンを掛けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ボタンを掛けませんでした
- Τε-μορφή
- ボタンを掛けて
- Δυνητική
- ボタンを掛けられる
- Προστακτική
- ボタンを掛けろ
- Βουλητική
- ボタンを掛けよう
- Υποθετική (ば)
- ボタンを掛ければ
- Υποθετική (たら)
- ボタンを掛けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ボタンを掛けたい
- Απαγορευτική (~な)
- ボタンを掛けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- ボタンを掛けなさい
- Παθητική
- ボタンを掛けられる
- Αιτιατική
- ボタンを掛けさせる