ボツる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη απορρίπτω (ημιτελή έργα, ειδικότερα εικονογραφήσεις), απορρίπτω, βάζω στο ράφι, ακυρώνω (σχέδια κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ボツる
Παρόν (ευγενικό)
ボツります
Άρνηση (απλή)
ボツらない
Άρνηση (ευγενική)
ボツりません
Παρελθόν (απλό)
ボツった
Παρελθόν (ευγενικό)
ボツりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ボツらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ボツりませんでした
Τε-μορφή
ボツって
Δυνητική
ボツれる
Προστακτική
ボツれ
Βουλητική
ボツろう
Υποθετική (ば)
ボツれば