ボテボテ

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ογκώδης (π.χ. για ρούχα), αδέξιος, βαρύς, μεγάλος
  2. 02 ονοματοποιία κακοχτυπημένος (π.χ. για μπαλιά στο μπέιζμπολ), αδύναμος

Κλίση

Παρόν (απλό)
ボテボテする
Παρόν (ευγενικό)
ボテボテします
Άρνηση (απλή)
ボテボテしない
Άρνηση (ευγενική)
ボテボテしません
Παρελθόν (απλό)
ボテボテした
Παρελθόν (ευγενικό)
ボテボテしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ボテボテしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ボテボテしませんでした
Τε-μορφή
ボテボテして
Δυνητική
ボテボテできる
Προστακτική
ボテボテしろ
Βουλητική
ボテボテしよう
Υποθετική (ば)
ボテボテすれば