ボロが出る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκαλύπτονται τα ελαττώματα κάποιου, προδίδονται τα μυστικά κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ボロが出る
- Παρόν (ευγενικό)
- ボロが出ます
- Άρνηση (απλή)
- ボロが出ない
- Άρνηση (ευγενική)
- ボロが出ません
- Παρελθόν (απλό)
- ボロが出た
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ボロが出ました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ボロが出なかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ボロが出ませんでした
- Τε-μορφή
- ボロが出て
- Δυνητική
- ボロが出られる
- Προστακτική
- ボロが出ろ
- Βουλητική
- ボロが出よう
- Υποθετική (ば)
- ボロが出れば
- Υποθετική (たら)
- ボロが出たら
- Επιθυμητική (~たい)
- ボロが出たい
- Απαγορευτική (~な)
- ボロが出るな
- Προστακτική (ευγενική)
- ボロが出なさい
- Παθητική
- ボロが出られる
- Αιτιατική
- ボロが出させる