ボロボロ

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία φθαρμένος, κουρελιασμένος, ξεσκισμένος, κατεστραμμένος, απεριποίητος
  2. 02 ονοματοποιία θρυμματισμένος, ξηρός και εύθρυπτος
  3. 03 ονοματοποιία που πέφτει (σε σταγόνες ή κομμάτια), που διασκορπίζεται
  4. 04 ονοματοποιία εξαντλημένος (σωματικά ή πνευματικά)
  5. 05 ονοματοποιία που έρχονται στο φως το ένα μετά το άλλο

Παραδείγματα

  • このほんボロボロだ。

    Αυτό το βιβλίο είναι κατεστραμμένο.

  • 長年使ながねんつかつづけたかばんボロボロになった。

    Η τσάντα που χρησιμοποιούσα για χρόνια έγινε κουρελιασμένη.

  • 仕事しごとのストレスで心身しんしんともにボロボロになったが、なんとかなおりたい。

    Το άγχος της δουλειάς με έχει εξαντλήσει σωματικά και ψυχολογικά, αλλά θέλω οπωσδήποτε να συνέλθω.