ポイントゲット

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλογή πόντων (π.χ. σε παιχνίδια ή αγορές)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ポイントゲットする
Παρόν (ευγενικό)
ポイントゲットします
Άρνηση (απλή)
ポイントゲットしない
Άρνηση (ευγενική)
ポイントゲットしません
Παρελθόν (απλό)
ポイントゲットした
Παρελθόν (ευγενικό)
ポイントゲットしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ポイントゲットしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ポイントゲットしませんでした
Τε-μορφή
ポイントゲットして
Δυνητική
ポイントゲットできる
Προστακτική
ポイントゲットしろ
Βουλητική
ポイントゲットしよう
Υποθετική (ば)
ポイントゲットすれば