ポイントゲット
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συλλογή πόντων (π.χ. σε παιχνίδια ή αγορές)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ポイントゲットする
- Παρόν (ευγενικό)
- ポイントゲットします
- Άρνηση (απλή)
- ポイントゲットしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ポイントゲットしません
- Παρελθόν (απλό)
- ポイントゲットした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ポイントゲットしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ポイントゲットしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ポイントゲットしませんでした
- Τε-μορφή
- ポイントゲットして
- Δυνητική
- ポイントゲットできる
- Προστακτική
- ポイントゲットしろ
- Βουλητική
- ポイントゲットしよう
- Υποθετική (ば)
- ポイントゲットすれば
- Υποθετική (たら)
- ポイントゲットしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ポイントゲットしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ポイントゲットするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ポイントゲットしなさい
- Παθητική
- ポイントゲットされる
- Αιτιατική
- ポイントゲットさせる