ポスティング
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διανομή φυλλαδίων σε γραμματοκιβώτια
- 02 δημοσίευση (σε διαδικτυακούς πίνακες ανακοινώσεων κ.λπ.)
- 03 καταχώριση (λογιστικών συναλλαγών)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ポスティングする
- Παρόν (ευγενικό)
- ポスティングします
- Άρνηση (απλή)
- ポスティングしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ポスティングしません
- Παρελθόν (απλό)
- ポスティングした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ポスティングしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ポスティングしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ポスティングしませんでした
- Τε-μορφή
- ポスティングして
- Δυνητική
- ポスティングできる
- Προστακτική
- ポスティングしろ
- Βουλητική
- ポスティングしよう
- Υποθετική (ば)
- ポスティングすれば
- Υποθετική (たら)
- ポスティングしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ポスティングしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ポスティングするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ポスティングしなさい
- Παθητική
- ポスティングされる
- Αιτιατική
- ポスティングさせる