ポスト
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | N5 | Μετάφραση από JMdict
- 01 γραμματοκιβώτιο, ταχυδρομικό κουτί
- 02 θέση, αξίωμα
- 03 δοκάρι, στύλος
- 04 δημοσίευση, ανάρτηση (σε ιστολόγιο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ.)
- 05 μετα- (π.χ. μεταψυχροπολεμικός)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ポストする
- Παρόν (ευγενικό)
- ポストします
- Άρνηση (απλή)
- ポストしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ポストしません
- Παρελθόν (απλό)
- ポストした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ポストしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ポストしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ポストしませんでした
- Τε-μορφή
- ポストして
- Δυνητική
- ポストできる
- Προστακτική
- ポストしろ
- Βουλητική
- ポストしよう
- Υποθετική (ば)
- ポストすれば
- Υποθετική (たら)
- ポストしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ポストしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ポストするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ポストしなさい
- Παθητική
- ポストされる
- Αιτιατική
- ポストさせる