ポタポタ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία σταγονοειδώς, με σταγόνες, στάλα στάλα
- 02 ονοματοποιία υγρός και βαρύς (για χιόνι, πηλό, κ.λπ.)
- 03 ονοματοποιία αρχαϊκό αργά (για κίνηση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ポタポタする
- Παρόν (ευγενικό)
- ポタポタします
- Άρνηση (απλή)
- ポタポタしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ポタポタしません
- Παρελθόν (απλό)
- ポタポタした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ポタポタしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ポタポタしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ポタポタしませんでした
- Τε-μορφή
- ポタポタして
- Δυνητική
- ポタポタできる
- Προστακτική
- ポタポタしろ
- Βουλητική
- ポタポタしよう
- Υποθετική (ば)
- ポタポタすれば
- Υποθετική (たら)
- ポタポタしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ポタポタしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ポタポタするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ポタポタしなさい
- Παθητική
- ポタポタされる
- Αιτιατική
- ポタポタさせる