ポチッ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με ένα κλικ (ενός κουμπιού ή διακόπτη)
- 02 ονοματοποιία ένα (μικρό εξόγκωμα, τρύπα, κλπ.), μεμονωμένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ポチッする
- Παρόν (ευγενικό)
- ポチッします
- Άρνηση (απλή)
- ポチッしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ポチッしません
- Παρελθόν (απλό)
- ポチッした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ポチッしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ポチッしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ポチッしませんでした
- Τε-μορφή
- ポチッして
- Δυνητική
- ポチッできる
- Προστακτική
- ポチッしろ
- Βουλητική
- ポチッしよう
- Υποθετική (ば)
- ポチッすれば
- Υποθετική (たら)
- ポチッしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ポチッしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ポチッするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ポチッしなさい
- Παθητική
- ポチッされる
- Αιτιατική
- ポチッさせる