ポン
επίρρημα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες καταχωρήσεις: ポン
- 01 ονοματοποιία χτύπημα, χάιδεμα, παλαμάκια, χαστούκι
- 02 ονοματοποιία σκασμός, κρότος
- 03 γυναικείο αργκό επίθημα χαριτωμένη κατάληξη που προστίθεται σε ονόματα
Παραδείγματα
-
頭をポンとしました。
Χάιδεψα το κεφάλι.
-
友達の肩をポンとたたいて励ましました。
Χτύπησα απαλά τον φίλο μου στον ώμο για να τον ενθαρρύνω.
-
試合に勝って、みんなで手をポンポンと叩いて喜びました。
Κερδίσαμε τον αγώνα και όλοι μαζί χειροκροτήσαμε με χαρά.