マウント

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βάση, στήριγμα, εξάρτημα
  2. 02 μοντούρα φακού
  3. 03 προσάρτηση (π.χ. ενός δίσκου)
  4. 04 καβαλίκεμα (συμπεριφορά ζώων)
  5. 05 επίδειξη κυριαρχίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
マウントする
Παρόν (ευγενικό)
マウントします
Άρνηση (απλή)
マウントしない
Άρνηση (ευγενική)
マウントしません
Παρελθόν (απλό)
マウントした
Παρελθόν (ευγενικό)
マウントしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
マウントしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
マウントしませんでした
Τε-μορφή
マウントして
Δυνητική
マウントできる
Προστακτική
マウントしろ
Βουλητική
マウントしよう
Υποθετική (ば)
マウントすれば