マニュアル化か

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυποποίηση, εγχειριδιοποίηση, μετατροπή σε εγχειρίδιο, επισημοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
マニュアル化する
Παρόν (ευγενικό)
マニュアル化します
Άρνηση (απλή)
マニュアル化しない
Άρνηση (ευγενική)
マニュアル化しません
Παρελθόν (απλό)
マニュアル化した
Παρελθόν (ευγενικό)
マニュアル化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
マニュアル化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
マニュアル化しませんでした
Τε-μορφή
マニュアル化して
Δυνητική
マニュアル化できる
Προστακτική
マニュアル化しろ
Βουλητική
マニュアル化しよう
Υποθετική (ば)
マニュアル化すれば