マルチ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: マルチ

  1. 01 πρόθημα εδαφοκάλυψη
  2. 02 συντομογραφία διαδικτυακή αργκό κάλυψη εδάφους με εδαφοκαλυπτικό υλικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
マルチする
Παρόν (ευγενικό)
マルチします
Άρνηση (απλή)
マルチしない
Άρνηση (ευγενική)
マルチしません
Παρελθόν (απλό)
マルチした
Παρελθόν (ευγενικό)
マルチしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
マルチしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
マルチしませんでした
Τε-μορφή
マルチして
Δυνητική
マルチできる
Προστακτική
マルチしろ
Βουλητική
マルチしよう
Υποθετική (ば)
マルチすれば