ミイラ化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μουμιοποίηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ミイラ化する
- Παρόν (ευγενικό)
- ミイラ化します
- Άρνηση (απλή)
- ミイラ化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- ミイラ化しません
- Παρελθόν (απλό)
- ミイラ化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ミイラ化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ミイラ化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ミイラ化しませんでした
- Τε-μορφή
- ミイラ化して
- Δυνητική
- ミイラ化できる
- Προστακτική
- ミイラ化しろ
- Βουλητική
- ミイラ化しよう
- Υποθετική (ば)
- ミイラ化すれば
- Υποθετική (たら)
- ミイラ化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- ミイラ化したい
- Απαγορευτική (~な)
- ミイラ化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- ミイラ化しなさい
- Παθητική
- ミイラ化される
- Αιτιατική
- ミイラ化させる