ミシミシ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με τριγμό, τριζόντας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ミシミシする
- Παρόν (ευγενικό)
- ミシミシします
- Άρνηση (απλή)
- ミシミシしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ミシミシしません
- Παρελθόν (απλό)
- ミシミシした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ミシミシしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ミシミシしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ミシミシしませんでした
- Τε-μορφή
- ミシミシして
- Δυνητική
- ミシミシできる
- Προστακτική
- ミシミシしろ
- Βουλητική
- ミシミシしよう
- Υποθετική (ば)
- ミシミシすれば
- Υποθετική (たら)
- ミシミシしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ミシミシしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ミシミシするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ミシミシしなさい
- Παθητική
- ミシミシされる
- Αιτιατική
- ミシミシさせる