ムズムズ
ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία φαγουρίζω, αισθάνομαι φαγούρα, ανατριχιάζω
- 02 ονοματοποιία ανυπομονώ, καίγομαι (να κάνω κάτι), είμαι ανυπόμονος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ムズムズする
- Παρόν (ευγενικό)
- ムズムズします
- Άρνηση (απλή)
- ムズムズしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ムズムズしません
- Παρελθόν (απλό)
- ムズムズした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ムズムズしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ムズムズしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ムズムズしませんでした
- Τε-μορφή
- ムズムズして
- Δυνητική
- ムズムズできる
- Προστακτική
- ムズムズしろ
- Βουλητική
- ムズムズしよう
- Υποθετική (ば)
- ムズムズすれば
- Υποθετική (たら)
- ムズムズしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ムズムズしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ムズムズするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ムズムズしなさい
- Παθητική
- ムズムズされる
- Αιτιατική
- ムズムズさせる