ムッと
ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία προσβάλλομαι, θυμώνω, εκνευρίζομαι, δυσαρεστούμαι, γίνομαι απότομος, κατσουφιάζω, στεναχωριέμαι
- 02 ονοματοποιία ασφυκτιώ, πνίγομαι, έχω υγρασία
- 03 ονοματοποιία σφιχτά (κλείνοντας το στόμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ムッとする
- Παρόν (ευγενικό)
- ムッとします
- Άρνηση (απλή)
- ムッとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ムッとしません
- Παρελθόν (απλό)
- ムッとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ムッとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ムッとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ムッとしませんでした
- Τε-μορφή
- ムッとして
- Δυνητική
- ムッとできる
- Προστακτική
- ムッとしろ
- Βουλητική
- ムッとしよう
- Υποθετική (ば)
- ムッとすれば
- Υποθετική (たら)
- ムッとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ムッとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ムッとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ムッとしなさい
- Παθητική
- ムッとされる
- Αιτιατική
- ムッとさせる