メイク

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία μακιγιάζ, καλλωπισμός
  2. 02 προετοιμασία φαγητού (σε εστιατόριο που παρέχει αποκλειστικά διανομή), μαγείρεμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
メイクする
Παρόν (ευγενικό)
メイクします
Άρνηση (απλή)
メイクしない
Άρνηση (ευγενική)
メイクしません
Παρελθόν (απλό)
メイクした
Παρελθόν (ευγενικό)
メイクしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
メイクしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
メイクしませんでした
Τε-μορφή
メイクして
Δυνητική
メイクできる
Προστακτική
メイクしろ
Βουλητική
メイクしよう
Υποθετική (ば)
メイクすれば