メカメカしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη με μηχανική εμφάνιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
メカメカしい
Παρόν (ευγενικό)
メカメカしいです
Άρνηση (απλή)
メカメカしくない
Άρνηση (ευγενική)
メカメカしくないです
Παρελθόν (απλό)
メカメカしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
メカメカしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
メカメカしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
メカメカしくなかったです
Τε-μορφή
メカメカしくて
Υποθετική (ば)
メカメカしければ