メリット
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 πλεονέκτημα, όφελος, αξία, καλό σημείο, θετικό στοιχείο
Παραδείγματα
-
この仕事のメリットは何ですか。
Ποιο είναι το πλεονέκτημα αυτής της δουλειάς;
-
時間をかけて調べれば、多くのメリットが見つかるはずだ。
Αν το ψάξεις καλά, θα βρεις πολλά πλεονεκτήματα.
-
近年のテクノロジーの進化は、私たちの生活に計り知れないメリットをもたらしている。
Οι πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις φέρνουν ανυπολόγιστα οφέλη στη ζωή μας.