モコモコ
ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία χνουδωτός, αφράτος
- 02 ονοματοποιία ογκώδης, εξογκωμένος, ανομοιόμορφος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- モコモコする
- Παρόν (ευγενικό)
- モコモコします
- Άρνηση (απλή)
- モコモコしない
- Άρνηση (ευγενική)
- モコモコしません
- Παρελθόν (απλό)
- モコモコした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- モコモコしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- モコモコしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- モコモコしませんでした
- Τε-μορφή
- モコモコして
- Δυνητική
- モコモコできる
- Προστακτική
- モコモコしろ
- Βουλητική
- モコモコしよう
- Υποθετική (ば)
- モコモコすれば
- Υποθετική (たら)
- モコモコしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- モコモコしたい
- Απαγορευτική (~な)
- モコモコするな
- Προστακτική (ευγενική)
- モコモコしなさい
- Παθητική
- モコモコされる
- Αιτιατική
- モコモコさせる