モコモコ

ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία χνουδωτός, αφράτος
  2. 02 ονοματοποιία ογκώδης, εξογκωμένος, ανομοιόμορφος

Κλίση

Παρόν (απλό)
モコモコする
Παρόν (ευγενικό)
モコモコします
Άρνηση (απλή)
モコモコしない
Άρνηση (ευγενική)
モコモコしません
Παρελθόν (απλό)
モコモコした
Παρελθόν (ευγενικό)
モコモコしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
モコモコしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
モコモコしませんでした
Τε-μορφή
モコモコして
Δυνητική
モコモコできる
Προστακτική
モコモコしろ
Βουλητική
モコモコしよう
Υποθετική (ば)
モコモコすれば