モデル化か

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μοντελοποίηση (π.χ. ενός συστήματος κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
モデル化する
Παρόν (ευγενικό)
モデル化します
Άρνηση (απλή)
モデル化しない
Άρνηση (ευγενική)
モデル化しません
Παρελθόν (απλό)
モデル化した
Παρελθόν (ευγενικό)
モデル化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
モデル化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
モデル化しませんでした
Τε-μορφή
モデル化して
Δυνητική
モデル化できる
Προστακτική
モデル化しろ
Βουλητική
モデル化しよう
Υποθετική (ば)
モデル化すれば