モラトリアム

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μορατόριουμ, περίοδος χάριτος, παράταση (χρόνου, π.χ. για την πραγματοποίηση πληρωμών), αναστολή (για κάποιο διάστημα, π.χ. πυρηνικών δοκιμών)
  2. 02 αναβολή (κοινωνικής ευθύνης), ανωριμότητα, έλλειψη συναισθηματικής ωριμότητας, ψυχική κατάσταση νεαρού ατόμου που δεν επιθυμεί να ενηλικιωθεί