ラリる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό φτιαχτώ (από ναρκωτικά), κάνω ταξίδι
  2. 02 αργκό μπερδεύω τα λόγια μου (ως αποτέλεσμα λήψης υπνωτικών χαπιών κ.λπ.)
  3. 03 αργκό χάνω τα λογικά μου (λόγω έλλειψης ύπνου κ.λπ.), αφαιρούμαι, χάνω τη συγκέντρωσή μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
ラリる
Παρόν (ευγενικό)
ラリります
Άρνηση (απλή)
ラリらない
Άρνηση (ευγενική)
ラリりません
Παρελθόν (απλό)
ラリった
Παρελθόν (ευγενικό)
ラリりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ラリらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ラリりませんでした
Τε-μορφή
ラリって
Δυνητική
ラリれる
Προστακτική
ラリれ
Βουλητική
ラリろう
Υποθετική (ば)
ラリれば