ランデブー

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ραντεβού (με ερωτικό σύντροφο), συνάντηση
  2. 02 ραντεβού (συνάντηση δύο διαστημοπλοίων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ランデブーする
Παρόν (ευγενικό)
ランデブーします
Άρνηση (απλή)
ランデブーしない
Άρνηση (ευγενική)
ランデブーしません
Παρελθόν (απλό)
ランデブーした
Παρελθόν (ευγενικό)
ランデブーしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ランデブーしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ランデブーしませんでした
Τε-μορφή
ランデブーして
Δυνητική
ランデブーできる
Προστακτική
ランデブーしろ
Βουλητική
ランデブーしよう
Υποθετική (ば)
ランデブーすれば