リスケ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία επαναπρογραμματισμός (συνάντησης, χρέους, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
リスケする
Παρόν (ευγενικό)
リスケします
Άρνηση (απλή)
リスケしない
Άρνηση (ευγενική)
リスケしません
Παρελθόν (απλό)
リスケした
Παρελθόν (ευγενικό)
リスケしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
リスケしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
リスケしませんでした
Τε-μορφή
リスケして
Δυνητική
リスケできる
Προστακτική
リスケしろ
Βουλητική
リスケしよう
Υποθετική (ば)
リスケすれば