リストラ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία αναδιάρθρωση (εταιρείας)
  2. 02 περικοπή προσωπικού, απολύσεις (εργαζομένων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
リストラする
Παρόν (ευγενικό)
リストラします
Άρνηση (απλή)
リストラしない
Άρνηση (ευγενική)
リストラしません
Παρελθόν (απλό)
リストラした
Παρελθόν (ευγενικό)
リストラしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
リストラしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
リストラしませんでした
Τε-μορφή
リストラして
Δυνητική
リストラできる
Προστακτική
リストラしろ
Βουλητική
リストラしよう
Υποθετική (ば)
リストラすれば