リツイート

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναδημοσίευση (σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
リツイートする
Παρόν (ευγενικό)
リツイートします
Άρνηση (απλή)
リツイートしない
Άρνηση (ευγενική)
リツイートしません
Παρελθόν (απλό)
リツイートした
Παρελθόν (ευγενικό)
リツイートしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
リツイートしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
リツイートしませんでした
Τε-μορφή
リツイートして
Δυνητική
リツイートできる
Προστακτική
リツイートしろ
Βουλητική
リツイートしよう
Υποθετική (ば)
リツイートすれば