リバウンド

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπήδηση, ανάκαμψη
  2. 02 επαναφορά μετά από δίαιτα, ανάκτηση χαμένου βάρους
  3. 03 επανεμφάνιση συμπτωμάτων μετά τη διακοπή φαρμακευτικής αγωγής

Κλίση

Παρόν (απλό)
リバウンドする
Παρόν (ευγενικό)
リバウンドします
Άρνηση (απλή)
リバウンドしない
Άρνηση (ευγενική)
リバウンドしません
Παρελθόν (απλό)
リバウンドした
Παρελθόν (ευγενικό)
リバウンドしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
リバウンドしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
リバウンドしませんでした
Τε-μορφή
リバウンドして
Δυνητική
リバウンドできる
Προστακτική
リバウンドしろ
Βουλητική
リバウンドしよう
Υποθετική (ば)
リバウンドすれば