リピート

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επαναλαμβάνω, επανάληψη
  2. 02 αναμετάδοση, επανάληψη, επαναληπτική προβολή
  3. 03 σύμβολο επανάληψης
  4. 04 επαναλαμβανόμενη κατανάλωση, πιστότητα πελάτη

Κλίση

Παρόν (απλό)
リピートする
Παρόν (ευγενικό)
リピートします
Άρνηση (απλή)
リピートしない
Άρνηση (ευγενική)
リピートしません
Παρελθόν (απλό)
リピートした
Παρελθόν (ευγενικό)
リピートしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
リピートしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
リピートしませんでした
Τε-μορφή
リピートして
Δυνητική
リピートできる
Προστακτική
リピートしろ
Βουλητική
リピートしよう
Υποθετική (ば)
リピートすれば