リフォーム
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανακαίνιση (π.χ. σπιτιού), αναδιακόσμηση, αποκατάσταση, μεταμόρφωση, μεταποίηση (π.χ. ρούχων), επιδιόρθωση, επισκευή (π.χ. υποδημάτων)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- リフォームする
- Παρόν (ευγενικό)
- リフォームします
- Άρνηση (απλή)
- リフォームしない
- Άρνηση (ευγενική)
- リフォームしません
- Παρελθόν (απλό)
- リフォームした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- リフォームしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- リフォームしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- リフォームしませんでした
- Τε-μορφή
- リフォームして
- Δυνητική
- リフォームできる
- Προστακτική
- リフォームしろ
- Βουλητική
- リフォームしよう
- Υποθετική (ば)
- リフォームすれば
- Υποθετική (たら)
- リフォームしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- リフォームしたい
- Απαγορευτική (~な)
- リフォームするな
- Προστακτική (ευγενική)
- リフォームしなさい
- Παθητική
- リフォームされる
- Αιτιατική
- リフォームさせる