リーチ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: リーチ

  1. 01 έκταση χεριών (στην πυγμαχία, το τένις κ.λπ.)
  2. 02 απήχηση (στη διαφήμιση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
リーチする
Παρόν (ευγενικό)
リーチします
Άρνηση (απλή)
リーチしない
Άρνηση (ευγενική)
リーチしません
Παρελθόν (απλό)
リーチした
Παρελθόν (ευγενικό)
リーチしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
リーチしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
リーチしませんでした
Τε-μορφή
リーチして
Δυνητική
リーチできる
Προστακτική
リーチしろ
Βουλητική
リーチしよう
Υποθετική (ば)
リーチすれば