ルポ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία ρεπορτάζ, αναφορά, δημοσιογραφική κάλυψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
ルポする
Παρόν (ευγενικό)
ルポします
Άρνηση (απλή)
ルポしない
Άρνηση (ευγενική)
ルポしません
Παρελθόν (απλό)
ルポした
Παρελθόν (ευγενικό)
ルポしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ルポしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ルポしませんでした
Τε-μορφή
ルポして
Δυνητική
ルポできる
Προστακτική
ルポしろ
Βουλητική
ルポしよう
Υποθετική (ば)
ルポすれば