ループ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θηλιά, ταινία, κρίκος
  2. 02 βρόχος (σε πρόγραμμα)
  3. 03 λούπα (βίντεο, παρουσίασης κ.λπ.), επανάληψη (π.χ. συζήτησης)
  4. 04 χρονική λούπα (στη μυθοπλασία), χρονικός βρόχος
  5. 05 λούπα (αεροβατικός ελιγμός)
  6. 06 συντομογραφία σπιράλ, ελικοειδής βρόχος
  7. 07 συντομογραφία κεραία βρόχου
  8. 08 συντομογραφία άλμα λούπ

Κλίση

Παρόν (απλό)
ループする
Παρόν (ευγενικό)
ループします
Άρνηση (απλή)
ループしない
Άρνηση (ευγενική)
ループしません
Παρελθόν (απλό)
ループした
Παρελθόν (ευγενικό)
ループしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ループしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ループしませんでした
Τε-μορφή
ループして
Δυνητική
ループできる
Προστακτική
ループしろ
Βουλητική
ループしよう
Υποθετική (ば)
ループすれば