レジ打うち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειρίζομαι ταμειακή μηχανή

Κλίση

Παρόν (απλό)
レジ打ちする
Παρόν (ευγενικό)
レジ打ちします
Άρνηση (απλή)
レジ打ちしない
Άρνηση (ευγενική)
レジ打ちしません
Παρελθόν (απλό)
レジ打ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
レジ打ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
レジ打ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
レジ打ちしませんでした
Τε-μορφή
レジ打ちして
Δυνητική
レジ打ちできる
Προστακτική
レジ打ちしろ
Βουλητική
レジ打ちしよう
Υποθετική (ば)
レジ打ちすれば