レストア

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως レストア αποκατάσταση (κτιρίων, έργων τέχνης, οχημάτων κ.λπ.)
  2. 02 ειδικά ως リストア επαναφορά (συστήματος, αρχείων κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
レストアする
Παρόν (ευγενικό)
レストアします
Άρνηση (απλή)
レストアしない
Άρνηση (ευγενική)
レストアしません
Παρελθόν (απλό)
レストアした
Παρελθόν (ευγενικό)
レストアしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
レストアしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
レストアしませんでした
Τε-μορφή
レストアして
Δυνητική
レストアできる
Προστακτική
レストアしろ
Βουλητική
レストアしよう
Υποθετική (ば)
レストアすれば