レッテルを貼る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ταμπέλα, κολλάω ετικέτα σε κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- レッテルを貼る
- Παρόν (ευγενικό)
- レッテルを貼ります
- Άρνηση (απλή)
- レッテルを貼らない
- Άρνηση (ευγενική)
- レッテルを貼りません
- Παρελθόν (απλό)
- レッテルを貼った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- レッテルを貼りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- レッテルを貼らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- レッテルを貼りませんでした
- Τε-μορφή
- レッテルを貼って
- Δυνητική
- レッテルを貼れる
- Προστακτική
- レッテルを貼れ
- Βουλητική
- レッテルを貼ろう
- Υποθετική (ば)
- レッテルを貼れば
- Υποθετική (たら)
- レッテルを貼ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- レッテルを貼りたい
- Απαγορευτική (~な)
- レッテルを貼るな
- Προστακτική (ευγενική)
- レッテルを貼りなさい
- Παθητική
- レッテルを貼られる
- Αιτιατική
- レッテルを貼らせる