レベルアップ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανέβασμα επιπέδου, αναβάθμιση, ενίσχυση, βελτίωση, πρόοδος, μετάβαση στο επόμενο επίπεδο

Κλίση

Παρόν (απλό)
レベルアップする
Παρόν (ευγενικό)
レベルアップします
Άρνηση (απλή)
レベルアップしない
Άρνηση (ευγενική)
レベルアップしません
Παρελθόν (απλό)
レベルアップした
Παρελθόν (ευγενικό)
レベルアップしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
レベルアップしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
レベルアップしませんでした
Τε-μορφή
レベルアップして
Δυνητική
レベルアップできる
Προστακτική
レベルアップしろ
Βουλητική
レベルアップしよう
Υποθετική (ば)
レベルアップすれば