ロス

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: ロス

  1. 01 απώλεια, σπατάλη (π.χ. χρόνου)
  2. 02 καθομιλουμένη αίσθημα απώλειας

Κλίση

Παρόν (απλό)
ロスする
Παρόν (ευγενικό)
ロスします
Άρνηση (απλή)
ロスしない
Άρνηση (ευγενική)
ロスしません
Παρελθόν (απλό)
ロスした
Παρελθόν (ευγενικό)
ロスしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ロスしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ロスしませんでした
Τε-μορφή
ロスして
Δυνητική
ロスできる
Προστακτική
ロスしろ
Βουλητική
ロスしよう
Υποθετική (ば)
ロスすれば