ローカライズ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τοπικοποίηση (λογισμικού κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ローカライズする
Παρόν (ευγενικό)
ローカライズします
Άρνηση (απλή)
ローカライズしない
Άρνηση (ευγενική)
ローカライズしません
Παρελθόν (απλό)
ローカライズした
Παρελθόν (ευγενικό)
ローカライズしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ローカライズしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ローカライズしませんでした
Τε-μορφή
ローカライズして
Δυνητική
ローカライズできる
Προστακτική
ローカライズしろ
Βουλητική
ローカライズしよう
Υποθετική (ば)
ローカライズすれば